σμυρνίζω

σμυρνίζω
και σμυρνιάζω Α [σμύρνα]
1. παρασκευάζω ή συσκευάζω με σμύρνα
2. ομοιάζω με σμύρνα
3. αρωματίζω με σμύρνα
4. βαλσαμώνω νεκρό.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • σμυρνίζον — σμυρνίζω flavour pres part act masc voc sg σμυρνίζω flavour pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσμυρνισμένον — σμυρνίζω flavour perf part mp masc acc sg σμυρνίζω flavour perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σμυρνισθεῖσα — σμυρνίζω flavour aor part pass fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σμυρνισθείς — σμυρνίζω flavour aor part pass masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σμυρνισθέν — σμυρνίζω flavour aor part pass neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σμυρνίζων — σμυρνίζω flavour pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σμυρνίσαντες — σμυρνίζω flavour aor part act masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σμύρνισον — σμυρνίζω flavour aor imperat act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσμυρνισμένης — σμυρνίζω flavour perf part mp fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐσμυρνισμένος — σμυρνίζω flavour perf part mp masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”